Λίτσα

Μοιραστείτε το με τους φίλους σας
  •  
  •  
  •  

Το κοπάδι με τα μικρόψαρα που είχε μαζευτεί ούτε πρόλαβε να σκορπίσει. Μια ασημιά αστραπή ένας στιγμιαίος πανικός… Το δυνατό ψάρι πήρε αυτό που ήθελε κουρσεύοντας την παράκτια ζώνη, μια μοναδική επίδειξη αφάνταστης ταχύτητας και κτηνώδους δύναμης.

Έλεγξε με το φοβερά άγριο βλέμμα της τον χώρο και ανακάλυψε τον παρείσακτο να ζηλεύει την ταχύτητα και την αμεσότητά της, χαμένος πίσω από ένα μπλόκι από τα πρώτα που κατρακυλούσαν στην ρηχή αποχή. Πλησίασε γρήγορα και καταπρόσωπο, αδιαφορώντας για κάθε κίνδυνο, δηλώνοντας την εξουσία που εξασκούσε. Κατάλαβε τον κίνδυνο μόνο όταν το κρύο ατσάλι μισοχάθηκε στο κορμί της. Συσπάστηκε με τρομακτική δύναμη διπλώνοντας με τον παλμό του κορμιού της την βέργα και τα χτυπήματα της ουράς της ακούγονταν σαν σφυριές σε μέταλλο.

Δεν είχε το μουλινέ αρκετό νήμα για να εξαντλήσει την δύναμη του ψαριού και ξεκίνησε μια παράξενη διελκυστίνδα. Ένας χορός επιβίωσης. Ο αιώνιος όμως κυνηγός με τα μέσα που το δώρο της σκέψης του πρόσφερε, κατάφερε να επιβάλλει στον αγώνα της «ζωής» την επιθυμία της απόκτησης της. Στο τεράστιο ασημί κορμί θαυμάζω την δύναμη, τις γραμμές και τις λεπτομέρειες που η φύση του δώρισε για να επιβάλλεται στον κόσμο του μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο. Είναι οι στιγμές που ακόμα και το όπλο που παγίδεψε αυτή την υπέροχη ύπαρξη ξεχνιέται από το βλέμμα που μένει αιχμαλωτισμένο από την ομορφιά που το θέλησε τρόπαιο.

Παρουσιάζεται σαν μαγιάτικο από το πουθενά, με θράσος και θάρρος να διακρίνουν την συμπεριφορά της, απέναντι στον ψαροκυνηγό. Το σώμα της έχει πιο μακρόστενο σχήμα από του πρώτου της ξάδερφου. Το κεφάλι της πιο μικρό και στενό εμπρός – στα χείλη – πολύ πιο μυτερό απ’ ότι του μαγιάτικου. Το μισό σχεδόν ψάρι είναι μια πανίσχυρη ουρά που τελειώνει σ’ ένα ψαλιδωτό μεγάλο πτερύγιο. Η κοιλιά της έχει ένα παράξενο καμπυλωτό προς τα μέσα σχήμα κάνοντας έτσι το φαρδύτερο σημείο του σώματός της να είναι η περιοχή πίσω από την έδρα, σημείο απ’ όπου θαρρείς ξεκινάει η ουρά. Το χαρακτηριστικό, μακρύ μυτερό πτερύγιο υπάρχει όπως επίσης και τα’ αγκάθια της ράχης. Αυτά, λεπτά, πανίσχυρα έχουν ειδικές υποδοχές σαν λακουβίτσες στην ράχη μέσα στις οποίες έρχονται και φωλιάζουν τέλεια δίχως να είναι δυνατόν ν’ ανιχνευτούν ούτε με την αφή. Έτσι το εκπληκτικό κορμί αποκτά απόλυτα λείο σχήμα.

Τα δίδυμα πτερύγια της κοιλιάς είναι μικρότερα από του μαγιάτικου και το ίδιο λευκά. Πολύ μεγαλύτερα είναι τα πλαϊνά που βρίσκονται αρκετά κοντά στα βραγχιοκαλύματα. Το κεφάλι έχει τα μάτια ψηλά, τοποθετημένα πολύ πιο μικρά από του Μάη και με πολύ άγριο βλέμμα. Τα χείλη λευκά πιο λεπτά και η κάτω σιαγόνα προεξέχει αρκετά για να δώσει μια ξεχωριστή αγριάδα στο δυνατό ψάρι. Το χρώμα ξεκινάει από γκριζωπό στην ράχη, ασημαίνει στο μεγαλύτερο μέρος του κορμιού και γίνεται ολόλευκο στην κοιλιά. Σκόρπια σκούρα στίγματα διακοσμούν το πανέμορφο κορμί και αραιά η υποψία μιας κίτρινης γραμμής. Χαρακτηριστικά επίσης διαγράφεται μια σκούρα γραμμή στο πλάι του ψαριού από το κεφάλι σχεδόν ως την ουρά που σχηματικά ορίζει την σπονδυλική του στήλη.

Ενεδρεύει και κυνηγάει χρησιμοποιώντας την φανταστική ταχύτητά της συχνά κάνοντάς το μόνο από ένστικτο. Έτυχε κάποτε να δω ένα τέτοιο ψάρι να κάνει εφορμήσεις στις καλόγριες μιας ξέρας έτσι για να παίξει, προκαλώντας απίστευτο πανικό παντού.

Η παρουσία της έχει εποχιακό χαρακτήρα αν και για τους ψαροκυνηγούς δεν είναι εύκολο να καθοριστεί η ευνοούμενη εποχή. Δυο μεγάλα ψάρια έχουν βγει Οκτώβρη-Νοέμβρη. Μικρότερα, λιτσάκια, κοπαδιαστά με καραγκίδες κοντά, έχω δει πολλές φορές τον Αύγουστο. Χειμώνα έχουν σημειωθεί εμφανίσεις αλλά και αρχές καλοκαιριού. Συμπερασματικά πλησιάζει τις ακτές με την αλλαγή της εποχής. Ψαρεύεται μόνο με καρτέρι στο οποίο έρχεται ταχύτατα όταν δεν έχει προηγούμενη εμπειρία. Η ταχύτητα μάλιστα αυτή ξεγελάει συχνά τον ψαροκυνηγό. Αν έχει κυνηγηθεί, κάθε προσπάθεια προσέγγισης είναι μάταιη και εξαφανίζεται αστραπιαία και οριστικά μετά την πρώτη αναγνώριση.

Ενεδρεύει στα κεφάλια των μεσοπέλαγων ξερών και τα ρηχά της ακτής που γειτονεύει με ξέρες στα φύκια και την άμμο, έχει όμως πέτρες ρηχά και κρατούνται ζωντανές απ’ τον μικρόκοσμο. Την εποχή που τα κοπάδια της ζαργάνας, της γόπας, των κοκκαλιών γιαλώνουν φθάνουν σε απίθανα μικρά βάθη. Λατρεύει τα λιμάνια και τις σημαδούρες τους, τις οποίες χρησιμοποιεί σαν ορμητήριο για τις εφορμήσεις της καλυπτόμενη σαν τέλειος καρτερίστας στην σκιά τους ή πίσω από τις αλυσίδες τους.

Το όπλο της βολής είναι κλασικό καρτεροτούφεκο, πανίσχυρο, με μουλινέ λασκαρισμένο από νωρίς. Ο κυνηγός σημαδεύει πάντα μπροστά στο κεφάλι γιατί το ψάρι είναι απίθανα γρήγορο. Όταν η βολή δεν προβλέπεται ακαριαία – και σπάνια γίνεται αυτό – ο ψαροκυνηγός στοχεύει πίσω από το βράγχιο και πάνω από το πλαϊνό φτερό. Όσο κι αν ξενίζει είναι πολύ ισχυρό σημείο και ισχυρό πλήγμα για το ψάρι. Προτιμώνται οι διαγώνιες βολές ώστε το κορμί του να δυσκολεύεται να λειτουργήσει μ’ όλη του την δύναμη. Οι βέργες πρέπει να είναι πανίσχυρες και πρώτης ποιότητας. Το ψάρι όταν χτυπηθεί ανεβαίνει προς την επιφάνεια και ακολουθούν φοβερά ντεμαράζ προς τον βυθό στον οποίο τρίβεται και χτυπιέται για να πετάξει από πάνω του τον θάνατο.

Ποτέ όταν ησυχάσει δεν πέφτει η προσοχή του ψαροκυνηγού. Αναπαύεται για λίγο στον βυθό και αρχίζει νέο κύκλο. Αργεί πολύ να εξαντληθεί ενώ πολύ δύσκολα πιάνεται με τα χέρια. Ο ψαροκυνηγός προτιμάει να σιγουρευτεί τελείως ότι το ψάρι εξαντλήθηκε και το αγκαλιάζει κρατώντας το από τα σπάραχνα. Αποφεύγει να το τελειώσει στο νερό και τραβιέται προς την ακτή ή το σκάφος, κρατώντας όσο πιο γερά μπορεί προσέχοντας να μη μπλέκεται με το σχοινί του μουλινέ.

Ψαρότοποι:
• Αμοργός. Μέσα στο λιμάνι, αλλά και όλα τα λιμάνια των νησιών του ανατολικού Αιγαίου.
• Κρήτη (το ίδιο).
• Δωδεκάνησα.
• Δυτική Πελοπόννησο στις ξέρες της Κουρούτας του Άι-Λια, του Κατάκολου.
• Στην περιοχή της Καλαμάτας και ειδικά κάτω από το Πεταλίδι.
• Στον Σαρωνικό κοντά στο Σούνιο. ας μην ξεχνάμε τ’ απαγορευμένα, όπου θα υπήρχαν πάμπολλες αν είχε λίγο ησυχία.
• Οι ακτές της Σαλαμίνας που κοιτούν τα Διαπόρια τις κρατούσαν κάποτε, αλλά χρόνια έχω ν’ ακούσω κάτι αξιόλογο.
• Η Δοκός και οι απέναντι ακτές της Πελοποννήσου κρατούσαν κάποτε πολλές. Κάποτε μέσα από ένα κοπάδι προτίμησα μια τρίκιλη καραγκίδα μιας και τόσο μεγάλη δεν είχα ξαναβγάλει, ενώ λίτσα…

Και μια τεχνική:
Σούρουπο, παράκτιο καρτέρι 7-8 μέτρα. Λίγο πιο έξω, λίγο πιο μέσα. Μισοκαλυμένος αρκεί, παντελώς ακίνητος όμως, δίχως ένταση, άψυχος με το όπλο χαλαρά ακουμπισμένο. Θα ήταν παράληψη να μην αναφέρουμε σχετικά με την λίτσα και τον κλασικό κυνηγό τον λεγόμενο λαγό. Έχει εντυπωσιακά χρώματα κίτρινα, βούλες, μεγάλο κεφάλι με το μάτι πολύ χαμηλά κοντά στο στόμα και τεράστιο ραχιαίο πτερύγιο που ξεκινάει από τον σβέρκο και φθάνει ως την ουρά. Λεπτό κορμί, εκρηκτικός και ικανός να αστοχείς και να έρχεται πιο κοντά αλλά για να δει το βλέμμα σου και να χαθεί σαν τρελός. Η καραγκίδα επίσης μοιάζει σαν σιλουέτα μεταξύ λίτσας μικρής και κοκαλιού ανεπτυγμένου. Με ασημί κορμί και κίτρινη πλαϊνή γραμμή, ως την ψαλιδωτή λεπτή ουρά. Το κεφάλι της ξεχωρίζει από το περίεργο στόμα. Συνήθως μπερδεύεται με παράξενο μανάλι και τον Μάη-Ιούνη πλημμυρίζει με κοπαδάκια τις ακτές. Δυστυχώς αν και έχουν βγει πολλές γύρω στο κιλό και η τρίκιλη που λέγαμε καταναλώθηκαν πριν περάσουν στην αιωνιότητα της φωτογραφίας.

Ψαροτούφεκο τεύχος 69 / 05-06-2010  του Μανώλη Ζωνομέση

Αναδημοσίευση από http://www.e-breathless.com/psarotoupheko/files/litsa-pantotinos-kunegos.html




  • Σχολιάστε

    Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.