•  

Στα µέσα της 10ετίας του 1970 ψαρεύοντας µαζί µε αρκετούς φίλους τσαπαρί σε κάποιο µέρος της Νότιας Εύβοιας (Νέα Στήρα), αντιµετώπισα ορισµένα ειδικά προβλήµατα, τα οποία µε οδήγησαν στην κατασκευή ενός ιδιαίτερου τσαπαρί που θα προσπαθήσω µε τα παρακάτω να περιγράψω.

από τον Μιχάλη Μαντά

     Αντί να κάνω µια εκτεταµένη εισαγωγή για να εξηγήσω την ανάγκη που δηµιούργησε ιστορικά το εργαλείο του τσαπαρί και τον τρόπο που λειτουργεί το κλασικό τσαπαρί που γνωρίζουμε οι περισσότεροι, προτείνω σε αυτόν που θα θελήσει να διαβάσει αυτό το σηµείωµα να ξεκινήσει διαβάζοντας πρώτα το κεφάλαιο «Τσαπαρί» που βρίσκεται στη σελίδα 115 του βιβλίου µου «Η Τέχνη της Συρτής» για να µπορέσει στη συνέχεια να καταλάβει ευκολότερα όσα θα περιγράψω παρακάτω.

Θα χρειαστεί αρχικά να περιγράψω τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του τόπου στον οποίο ψάρευα τότε καθώς και τις ιδιαιτερότητες των θηραµάτων στα οποία στόχευα, γιατί τα στοιχεία αυτά ήσαν που µε προβληµάτισαν και µε οδήγησαν στην κατασκευή του ιδιαίτερου τσαπαρί που θα περιγράψω.

Τα δεδοµένα αυτά ήσαν τα εξής:
1) Το βάθος του τόπου ήταν περίπου 40 µέτρα.

Τα ψάρια δεν παρουσιάζονταν σε σταθερό βάθος, αλλά κάθε φορά εµφανίζο-νταν σε διαφορετικό. Πολλές φορές ανέβαιναν σχεδόν κάτω από τη βάρκα, ενώ άλλες τα βρίσκαµε σχεδόν στον πάτο της θάλασσας.

Αυτό δηµιούργησε ένα πρώτο δεδομένο που έπρεπε να αντιµετωπιστεί. Δηλαδή έπρεπε να κατασκευαστεί ένα εργαλείο που να είναι πανταχού παρόν
συνεχώς και αδιαλείπτως.

2) Τα ψάρια εµφανίζονταν πολύ απότοµα και αποκλειστικά µία και µόνη συγκεκριµένη ώρα. Όλες τις υπόλοιπες ώρες της ηµέρας ήταν µάταιος κόπος να προσπαθεί κανείς.

Η ώρα αυτή ήταν λίγο πριν τη στιγµή που έδυε ο ήλιος και µέχρι να νυχτώσει σχεδόν τελείως. Ο χρόνος επιµηκυνόταν λίγο περισσότερο όταν η νύχτα είχε πολύ φεγγάρι που έβγαινε νωρίς.

Όταν η ώρα αυτή τέλειωνε τα ψάρια εξαφανίζονταν το ίδιο απότοµα όπως είχαν εµφανιστεί.

Άρα όλο κι όλο το ψάρεµα διαρκούσε µία περίπου ώρα το πολύ και µέσα σε αυτόν τον πολύ περιορισµένο χρόνο έπρεπε να καταφέρουµε ότι καλύτερο µπορούσαµε.

2) Τα ψάρια ήταν αποκλειστικά κολιοί µεγάλου µεγέθους, πάνω από µισό κιλό ο καθένας και πάντα χτυπούσαν πολλά µαζί, γιατί το κοπάδι ήταν πάντα πολύ πυκνό. Όταν ανέβαιναν ψηλά, κάτω από τη βάρκα µαύριζε η θάλασσα.

Αυτό, παρά το ότι εκ πρώτης όψεως ήταν πολύ ευχάριστο, στην πραγµατικότητα δηµιουργούσε ένα πολύ σοβαρό πρόβληµα.

Αν µπορεί κανείς να φανταστεί πώς είναι ένα τσαπαρί φορτωµένο µε 10 σχεδόν ολοζώντανους κολιούς του µισού και πλέον κιλού ο καθένας τότε θα µπορεί να καταλάβει και το πρόβληµα.

Ήταν εντελώς αδύνατο να κουλαντρίσεις αυτά τα ψάρια. Όταν έµπαιναν στην βάρκα γινόταν τέτοιος χαµός που δεν µπορεί κανείς να το φανταστεί. Αν µάλι-στα σκεφτεί κανείς ότι στη βάρκα, µια πλαστική 4,30 µ., βρισκόµασταν συνήθως 2-3, τότε ίσως µπορεί να αντιληφθεί και το πρόβληµα.

Με την πρώτη ριξιά τα τσαπαρί µπερδεύονταν και γίνονταν κουβάρι και πολύ σπάνια καταφέρναµε να ρίξουµε δεύτερη και τρίτη ριξιά.

Όταν καταφέρναµε να τα ξεµπερδέψουµε ώστε να µπορούµε να συνεχίσουµε το ψάρεµα, το κοπάδι συνήθως είχε εξαφανιστεί, γιατί µόνο αν τα τσαπαρί ανεβοκατέβαιναν αυτό κρατιόταν κάτω από τη βάρκα.

Η συνήθης ψαριά που καταφέρναµε να κρατήσουµε ήταν γύρω στα 10 κιλά, δηλαδή γύρω στα 20 ψάρια, γιατί και πολλά µέσα στον κακό χαµό που γινόταν ξέφευγαν.

Είχαµε προβληµατιστεί πάρα πολύ και είχαµε κάνει διάφορες προσπάθειες, άλλοτε ρυθµίζοντας µε σχολαστικότητα τις θέσεις µας µέσα στη βάρκα ώστε να µην µπερδευόµαστε µεταξύ µας ή λιγοστεύοντας τα αγκίστρια των τσαπαρί ώστε να έρχονται λιγότερα ψάρια και να διευκολύνεται το σήκωµά τους και πολλά άλλα παρόµοια τεχνάσµατα µε πενιχρά όµως αποτελέσµατα.

Ήµασταν τότε µεγάλη παρέα και συνήθως ψαρεύαµε µε περισσότερες από µία βάρκες, γιατί πηγαίναµε εκεί οργανωµένα οικογενειακά, µαζί µε τις γυναίκες και τα παιδιά µας, όσοι είχαµε τότε.

Μέσα σε αυτούς τους προβληµατισµούς θυµήθηκα κάτι που είχα διαβάσει σε ένα παλιό βιβλίο ψαρικής και αποφάσισα να δοκιµάσω κάτι που σκέφτηκα ότι ίσως θα µπορούσε να δώσει λύση.

Μετά από 2-3 δοκιµές κατέληξα σε αυτό που θα παρουσιάσω και τα αποτελέσµατα ήταν θεαµατικά.

Θα περιγράψω πρώτα την κατασκευή µου και στη συνέχεια θα παρουσιάσω ένα σκαρίφημα το οποίο πιστεύω ότι θα την κάνει περισσότερο κατανοητή.

Πήρα ένα κομµάτι µεσηνέζας Νο 60-70. Το µήκος του κοµµατιού της µεση-νέζας που θα χρησιµοποιηθεί εξαρτάται από το βάθος της τοποθεσίας που θα ψαρέψουµε και το γιατί θα φανεί από τα παρακάτω. Στην δική µου περίπτωση το µήκος έπρεπε να είναι 80 µέτρα, δηλαδή το διπλάσιο του βάθους στο σηµείο που ψάρευα.

Σε αυτό το κοµµάτι πέρασα περαστά µολυβάκια των 20 περίπου γραµµαρίων έτσι ώστε ανά κάθε µέτρο µεσηνέζας να υπάρχει και ένα µολυβάκι. Στο σύνολο δηλαδή της µεσηνέζας τοποθετήθηκαν µολύβια συνολικού βάρους περίπου 1,6 κιλού (αν τα µολυβάκια είναι 20 γραµ. το καθένα, στα 80 µέτρα µεσηνέζας χρειάζονται 80 τέτοια µολύβια και το συνολικό τους βάρος είναι 80Χ20 = 1600 γραµµάρια).

Το στοπάρισµα (ακινητοποίηση) των µολυβιών µπορεί να γίνει και µε ένα ελαφρό χτύπηµά τους στο κέντρο µε σφυρί ώστε να «σφίξουν» πάνω στη µεση-νέζα χωρίς όµως να την πληγώσουν ανεπανόρθωτα µε κίνδυνο να κοπεί.

Στα µεσοδιαστήµατα ανάµεσα στα περαστά µολύβια έδεσα 2 παράµαλλα µε φτερά, τα ίδια µε οποιοδήποτε κοινό τσαπαρί, σε τρόπο ώστε να είναι κάθετα στη µάνα, χρησιµοποιώντας τον κόµπο του παραγαδιού. (Θα µπορούσε κανείς να δέσει ακόµη περισσότερα παράµαλλα, ανάλογα και µε τις ιδιαιτερότητες και τις απαιτήσεις του τόπου στον οποίο θα χρησιµοποιήσει το εργαλείο).

Έτσι έγινε µια πετονιά µήκους 80 µέτρων µε µολύβια των 20 γραµµαρίων ανά µέτρο (συνολικά 80) και αγκίστρια µε φτερά µε πυκνότητα 2 ανά µέτρο (συνολικά 160).

Όταν ενώσεις τα άκρα αυτής της πετονιάς έχεις κάτι σαν τεράστιο κοµπολόι µε αραιές χάντρες που άλλες τους είναι µολύβια και άλλες αγκίστρια. Για να ενώνονται τα άκρα της πετονιάς εύκολα στο ένα έχουµε δέσει ένα στριφτάρι και στο άλλο µια παραµάνα.

Με αυτήν την πετονιά – τσαπαρί µπορούν να ψαρέψουν δύο ή ακόµη καλύτερα τρεις µαζί και για να την καλάρουν πρέπει να κάνουν τα εξής:

⦁ ένας κάθεται στην πλώρη της βάρκας και κρατάει στο χέρι του την άκρη της πετονιάς η οποία έχει το στριφτάρι.

⦁ δεύτερος ξετυλίγοντας την πετονιά από το καρούλι (µπορεί να χρησιµοποιηθεί και µικρό πανέρι παραγαδιού), πηγαίνει προς την πρύµνη της βάρκας.

Στεκόµενος εκεί αρχίζει να ξετυλίγει το καρούλι ρίχνοντας την πετονιά στη θάλασσα, µέχρι το τέλος του, όπου έχουµε δέσει την παραµάνα.

Όταν αυτό συµβεί, τότε όλη η πετονιά θα βρίσκεται στη θάλασσα κάτω από τη βάρκα και οι δυο άκρες της θα είναι η µια στην πλώρη και η άλλη στην πρύµνη της βάρκας.

Αν υπάρχει και τρίτος στη βάρκα (καλό θα είναι) τότε αυτός ενώνει τις δυο άκρες και έτσι σχηµατίζεται ένα είδος κύκλου το οποίο αν αυτός που είναι π.χ. στην πρύµνη αρχίσει να το σύρει προς τα επάνω και αυτός που είναι στην πλώρη το αµολάει προς τη θάλασσα θα γυρίζει συνεχώς σαν το µαγγανοπήγαδο µε το οποίο βγάζαµε παλιά το νερό από τα πηγάδια.

Θα είναι δηλαδή δυο στήλες που η µια θα ανεβαίνει συνεχώς και η άλλη θα κατεβαίνει οµοίως συνεχώς και µε την ίδια ταχύτητα. Θα πρέπει να φροντίζουµε

αυτό το ανεβοκατέβασµα να γίνεται στρωτά ώστε να µην µένει περισσευούµενη πετονιά πάνω στην βάρκα µε κίνδυνο να µπερδευτεί.

Αν τα νερά είναι ρηχά, τότε ανάλογο θα είναι και το συνολικό µήκος της πετονιάς ώστε αυτή ίσα – ίσα να µην πατώνει και να «περνάει» ένα – δυο µέτρα πάνω από τον βυθό της θάλασσας. Στην περίπτωση αυτή θα χρειαστεί να βάλουµε στην µεσηνέζα λίγο πιο βαριά περαστά µολύβια ώστε το συνολικό βάρος να είναι ικανό για να µπορεί να την βυθίζει µε αρκετή ταχύτητα.

Αν δηλαδή το βάθος είναι π.χ. 15 µέτρα τότε το συνολικό µήκος της µεσηνέζας θα είναι 30 µέτρα και θα έχει 30 µολύβια και 60 αγκίστρια / φτερά συνολικά εκτός αν αποφασίσουµε να πυκνώσουµε τα αγκίστρια οπότε θα είναι περισσότερα. Αν δούµε ότι το βάρος των 600 (20 Χ 30 = 60) γραµµαρίων δεν είναι αρκετό, µπορούµε να βάλουµε µολύβια των 30 γραµµαρίων, οπότε το βάρος θα γίνει 900 (30 Χ 30 = 900) γραµµάρια.

Όταν το κοπάδι των αφρόψαρων εµφανιστεί οι ψαράδες θα πρέπει ο ένας να ανεβάζει και ο άλλος να κατεβάζει την πετονιά µε όση µεγαλύτερη ταχύτητα µπορεί και όταν θα αρχίσουν να πιάνονται τα ψάρια αυτός που θα ανεβάζει, µα-ζί µε τον τρίτο που θα στέκεται στη µέση της βάρκας θα ξεψαρίζουν τα ψάρια και θα κατευθύνουν την πετονιά ώστε να συνεχίζει απρόσκοπτα τον κύκλο της.

Επειδή την τεχνική αυτή εγώ την χρησιµοποίησα µόνο στο βάθος 40 περίπου µέτρων που ψάρεψα τότε στην Εύβοια, ίσως για άλλα βάθη να χρειαστούν µερικές δοκιµές, ώστε να βρεθούν τα κατάλληλα βάρη που θα βυθίζουν σωστά την πετονιά εκεί. Πολύ χρήσιµο σε αυτή την τεχνική είναι να τοποθετήσει κανείς ράουλα, δηλαδή µικρές ανέµες, σε διάφορα σηµεία της διαδροµής της πετονιάς µέσα στη βάρκα πράγµα που θα βοηθήσει πολύ στη στρωτή κίνηση του εργαλείου. Πολλά βέβαια εξαρτώνται και από τη µορφή και τις ιδιαιτερότητες του σκάφους που διαθέτουµε.

Μια εναλλακτική πρόταση είναι αντί η κίνηση της πετονιάς να γίνεται από την πρύµνη και την πλώρη της βάρκας, να γίνεται από το αριστερό προς το δεξιό της πλαϊνό, ανάλογα και µε τη µορφολογία της. Όταν τη δουλέψουµε έτσι, τότε η βάρκα µπορεί και να κινείται προς τα εµπρός µε µικρή ταχύτητα, π.χ. 0,5 µίλι, ώστε να δώσει ακόµη καλύτερη κίνηση στα φτερά του τσαπαρί.

Στο σηµείο αυτό θα χρειαστεί ο καθένας να κάνει τη δική του «πατέντα» ανάλογα και µε τις ιδιαιτερότητες των εργαλείων που διαθέτει.

Καταλαβαίνει νοµίζω εύκολα κανείς ότι το τσαπαρί αυτό ψαρεύει ασταµάτητα σε όλα τα βάθη του σηµείου που βρισκόµαστε, από τον αφρό µέχρι τον βυθό.

∆εν µπερδεύεται καθόλου γιατί η µεσηνέζα ή το νήµα που θα χρησιµοποιήσουµε δεν κουλουριάζεται πουθενά αλλά βρίσκεται συνέχεια σε κίνηση και µέ-σα στη θάλασσα. Αυτοί που το κινούν σιγά – σιγά συνηθίζουν να πιάνουν την µεσηνέζα στα σηµεία που βρίσκονται τα µολύβια κι έτσι δεν κινδυνεύουν να τρυπηθούν από τα ενδιάµεσα αγκίστρια. Η συνεχής χρήση στην πράξη θα δώσει τις λύσεις που χρειάζεται στον καθένα που θα θελήσει να αξιοποιήσει αυτό το εργαλείο.

Είναι πολύ εντυπωσιακό αυτό το ψάρεµα όταν συµβεί να πέσει σε µεγάλο κοπάδι ορεξάτων αφρόψαρων. Το «µαγγανοπήγαδο» τρελαίνεται κυριολεκτικά από τα τραβήγµατα των ψαριών που ανάλογα µε το βάθος που καθορίζει και την ποσότητα των αγκιστριών µπορεί να είναι πάρα πολλά µαζί πιασµένα στο περίεργο αυτό τσαπαρί.

Όταν η πετονιά είναι αρκετά µακριά σε µήκος τότε αντί να τυλιχτεί σε καρούλι µπορεί να κουλουριαστεί σε ένα µικρό πανέρι ή λεκάνη.