Απαγορευμένες χρωστικές στα ψάρια ιχθυοκαλλιέργειας – Πράσινο του μαλαχίτη
Το Εργαστήριο Αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης για κατάλοιπα αντιμικροβιακών και χρωστικών στα τρόφιμα, που λειτουργεί στη Fougères της Γαλλίας υπό τη γαλλική υπηρεσία ANSES, ανακοίνωσε στις 3 Σεπτεμβρίου 2026 νέα μέθοδο για τον εντοπισμό και την επιβεβαιωτική ποσοτικοποίηση καταλοίπων χρωστικών σε προϊόντα υδατοκαλλιέργειας με LC-MS/MS (έκδοση 4, Αύγουστος 2026), με πρόσβαση μόνο για τα εθνικά εργαστήρια αναφοράς. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι τα επίσημα εργαστήρια των κρατών-μελών αποκτούν ενημερωμένο «εργαλείο» για να πιάνουν ουσίες που δεν θα έπρεπε ποτέ να καταλήγουν στο πιάτο μας.
Τι είναι το πράσινο του μαλαχίτη και γιατί απαγορεύεται
Το πράσινο του μαλαχίτη είναι η πιο γνωστή από αυτές τις χρωστικές. Θεωρείται το πιο διαδεδομένο μυκητοκτόνο σε εκτρεφόμενα και διακοσμητικά ψάρια και δρα επίσης κατά εξωπαρασίτων. Το πρόβλημα είναι η τοξικότητά του: σύμφωνα με τη γνωμοδότηση της EFSA του 2016, τόσο το ίδιο όσο και ο κύριος μεταβολίτης του, το λευκο-μαλαχίτη (LMG), μπορούν να θεωρηθούν καρκινογόνα και γονοτοξικά in vivo. Για τον λόγο αυτό δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση σε ζώα παραγωγής τροφίμων στην ΕΕ.
Η EFSA είχε εξετάσει τότε αν το όριο δράσης των 2 μg/kg ήταν επαρκές και κατέληξε ότι είναι απίθανο η έκθεση σε τρόφιμα με επίπεδα ίσα ή χαμηλότερα από αυτό να αποτελεί κίνδυνο για την υγεία. Σημειώνεται ότι στη συνέχεια η ΕΕ αυστηροποίησε το όριο στα 0,5 μg/kg για το άθροισμα MG και LMG (Κανονισμός 2019/1871).

Δεν είναι μόνο το πράσινο του μαλαχίτη
Το 2017 η EFSA εξέτασε μια ολόκληρη σειρά χρωστικών που, αν και δεν είναι εγκεκριμένες, μπορεί να χρησιμοποιούνται παράνομα στις ιχθυοκαλλιέργειες για τις αντιμικροβιακές τους ιδιότητες. Ανάμεσά τους το κρυσταλλικό ιώδες, το λαμπρό πράσινο, το μπλε του μεθυλενίου και η ροδαμίνη 6G, τις οποίες κατέταξε στην πιο αυστηρή ομάδα, με τοξικολογική τιμή διαλογής 0,0025 μg/kg σωματικού βάρους ημερησίως.
Μία από αυτές, η Victoria Pure Blue BO, εντοπίστηκε το 2010 σε μολυσμένο πανγκάσιους από το Βιετνάμ. Μελέτη της ομάδας της ANSES σε πέστροφες έδειξε ότι η ουσία επιμένει στον ιστό: μετά από 64 ημέρες σε καθαρό νερό, οι συγκεντρώσεις στους μυς και το δέρμα παρέμεναν ακόμα μετρήσιμες, ενώ ο κύριος μεταβολίτης της είχε χρόνο ημιζωής στο βρώσιμο μυ 22,5 ημέρες. Οι ερευνητές τον προτείνουν ως «δείκτη» που αποκαλύπτει παράνομη χρήση. Παλαιότερη μελέτη της ίδιας ομάδας (Food Chemistry, 2019) είχε ήδη αναπτύξει μέθοδο για 14 κατάλοιπα από διαφορετικές οικογένειες χρωστικών.
Γιατί συνεχίζεται η χρήση; Οι ερευνητές εξηγούν ότι πιθανώς επειδή κανένα άλλο φάρμακο δεν έχει αποδειχθεί εξίσου αποτελεσματικό και επειδή εγκεκριμένες θεραπείες για ψάρια είναι λίγες.

Όταν το πρόβλημα φτάνει στο ράφι
Ένα πρόσφατο παράδειγμα: τον Μάιο του 2022 η Αρχή Ασφάλειας Τροφίμων της Ιρλανδίας ανακάλεσε παρτίδα κατεψυγμένης κόκκινης τιλάπιας Jona από το Βιετνάμ λόγω παρουσίας πράσινου του μαλαχίτη και λευκο-μαλαχίτη. Η αρχή διευκρίνισε ότι το ψάρι δεν ενείχε οξύ κίνδυνο, αλλά ενδέχεται να υπάρχει αυξημένος κίνδυνος με συνεχή κατανάλωση για μεγάλο διάστημα
Τι σημαίνει για εμάς
Για όσους ψαρεύουμε, η είδηση θυμίζει την αξία του φρέσκου, άγριου ψαριού που ξέρουμε από πού προέρχεται. Για τα ψάρια του εμπορίου, και ειδικά τα εισαγόμενα από τρίτες χώρες, οι νέες μέθοδοι σημαίνουν πιο αξιόπιστους ελέγχους. Αν δείτε ανακοίνωση ανάκλησης για προϊόν που έχετε στην κατάψυξη, μην το καταναλώσετε.
Πηγές:
- ANSES EURL – News
- EFSA 2016 – Malachite green in food
- EFSA 2017 – Dyes in aquaculture and RPAs
- Chemosphere 2021 – Victoria Pure Blue BO in rainbow trout
- Food Chemistry 2019 – Dye residues in aquaculture products
- FSAI – Recall of Jona Red Tilapia
Το Εργαστήριο Αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης για κατάλοιπα αντιμικροβιακών και χρωστικών στα τρόφιμα, που λειτουργεί στη Fougères της Γαλλίας υπό τη γαλλική υπηρεσία ANSES, ανακοίνωσε στις 3 Σεπτεμβρίου 2026 νέα μέθοδο για τον εντοπισμό και την επιβεβαιωτική ποσοτικοποίηση καταλοίπων χρωστικών σε προϊόντα υδατοκαλλιέργειας με LC-MS/MS (έκδοση 4, Αύγουστος 2026), με πρόσβαση μόνο για τα εθνικά εργαστήρια αναφοράς. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι τα επίσημα εργαστήρια των κρατών-μελών αποκτούν ενημερωμένο «εργαλείο» για να πιάνουν ουσίες που δεν θα έπρεπε ποτέ να καταλήγουν στο πιάτο μας.
